Είμαι φοβισμένος ότι ποτέ δεν θα με καταλάβεις πλήρως, και εξαιτίας αυτού, μερικές φορές θα σε τρομάζω, θα σε αηδιάζω, θα σε ενοχλώ ή θα σε ευχαριστώ. Αυτό που με κάνει διαφορετικό από όλους εσάς είναι η τεράστια ζωή του Θεού μου ,που έχω. Απλώς αντλώ δύναμη από αυτήν, από τη φύση Του. Όσο μεγαλώνει και βαθαίνει αυτή η ζωή, Του σε μένα τόσο λιγότερο θα με καταλαβαίνει κανείς από εσάς. Κι αυτό είναι εντάξει…
Ένα δάκρυ κύλησε, είναι κι άλλα πολλά.Καταραμένος ή τάχα ευλογημένος;
Σκλαβωμένος στη σκέψη μου παντοτινά.Μέρες πηγαινοέρχονται, κυλάει ο χρόνος
και γω τι ζω;Πασχίζω την ομορφιά του να ξαναντικρύσω.Τα δρομάκια του μυαλού μου ατελείωτα,μου κρύβουν τη θέα.Βουλιάζω στα βαλτόνερα της σκέψης,μα πίσω απ’ τις πυκνές της καλαμιές στέκει η λιακάδα και με περιμένει διαρκώς να παλεύω για να φτάσω.
” Σύντροφε. Δεν είσαι μόνος. Κοντά σου , τούτη τη στιγμή , είναι κι όλοι οι άλλοι που πέρασαν από τούτο το κελί. Κι αυτός που έφυγε , κι αυτός που θα’ ρθει. Κι αυτός που γυρίζει ακόμη έξω ελεύθερος. Μόνο οι δήμιοι δεν θα περάσουν ποτέ. Μα και μόνο αυτοί – αν περνούσαν – θα ήταν μ ό ν ο ι. Αν πεθάνεις μη λυπηθείς. Δε θ’ αφήσεις κανένα κ ε ν ό πίσω σου. Η αιμορραγία μας αυτή θα τελειώσει με νίκη.Τι παράξενο… Εμείς δίνουμε το αίμα μας και κείνοι θα εξαντληθούν. Θα νικήσουμε. Αυτό είναι πιο σίγουρο από το θάνατό μας.
Αύριο με παίρνουν από δω – ίσως για εκτέλεση.
Μα θα ξαναπεράσω από τούτο το κελί. Και θα ξαναπερνώ πάντα με χιλιάδες ονόματα – ώσπου να γκρεμιστούν όλα τούτα τα κελιά και ν’ αστράψει στον κόσμο η λευτεριά! (1)
Υπάρχει ένα κάστρο. Οι πέτρες του είναι τεράστιες ως μάτια κυκλώπων ακανόνιστα. Όταν βρεθείς εκεί θα έχει πάντα πανσέληνο. Θα φυσάει από το νοτιά ένα πονετικό αεράκι και τα δέντρα πάντα θα κλαίνε.
Κανείς δεν θα ξέρει την αιτία, ούτε και συ που δηλώνεις εκ των πραγμάτων αθώος. Στο κάστρο υπάρχουν χίλιες κάμαρες. Όλες είναι ανοικτές εκτός από μια που μόνο εσύ έχεις το κλειδί. Αρχίζεις και μπαίνεις μέσα στις κάμερες. Βλέπεις πτυχία, δόξα πολύ χρυσάφι και εξουσία άφθονη όση υπάρχει στον κόσμο. Για έναν λόγο που δεν γνωρίζεις ξέρεις ότι όλα αυτά σου ανήκουν κι ότι το κάστρο αυτό είσαι εσύ.
Αρχίζεις και ουρλιάζεις σε μια αρχαία ακατανόητη γλώσσα γνωστή μόνο στα σαρκοφάγα πνεύματα του νόστου. Η κάμερα είναι γεμάτη πτώματα.Οι τοίχοι είναι βαμμένοι με το αίμα, πολύ αίμα, τα πόδια είναι βουτηγμένα στο αίμα. Ουρλιάζοντας βγαίνεις έξω. Θέλεις να κάψεις το κάστρο, να τα κάψεις όλα. Αλλά δεν τα καις. Είσαι πια φυλακισμένος. Που θα κρυφτείς;
Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Να βγάλεις τα πτώματα στο φώς και να τα θάψεις; Αλλά δεν μπορείς, τα πόδια σου έχουν παγώσει. Το πρωί σε βρίσκει να ντύνεσαι αδιάφορα ξεκινώντας για μια άλλη μέρα στη δουλειά. Θα γυρίσεις το βράδυ και θα προσπαθείς να είσαι αδιάφορος και κάθε μέρα, μα κάθε μέρα θα κοιτάζεις εκείνο το μικρό κλειδί στο κομοδίνο και θα πλένεις τα χέρια σου ξανά και ξανά. Αθώος θέλοντας να είσαι του δικού σου αίματος.
Κωνσταντίνος Ν. Μουρούτης
Πηγή:
1-Το Κρασι των δειλών-Μ.Λουντέμης